ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ -Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗ GRECIA SALENTINA


«Είσαι Γκρίκο; Εμπα στο σπίτι μου να μπει ο ήλιος». Με αυτόν τον τρόπο οι κάτοικοι των ελληνοφώνων χωριών της Κάτω Ιταλίας, υποδέχονται σήμερα τους Έλληνες. Ταυτόχρονα απευθύνουν μια δραματική έκκληση προς κάθε αρμόδια Αρχή της μητέρας Ελλάδας, η οποία φαίνεται συχνά να αγνοεί ακόμη και την ύπαρξή τους. 






Όμως, οι Γκρεκάνοι φωνάζουν γεμάτοι υπερηφάνεια με όλη τους την ψυχή: «Είμαστε Γκρέτσοι, γιατί έχομε το ίντιο αίμα τσε την ίδια γκλώσσα». Ποιος έχει δικαίωμα να μείνει αδιάφορος αντιμετωπίζοντας αυτό το αγωνιώδες μήνυμα; Λίγα ταξίδια μπορούν πραγματικά να παρουσιάσουν τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για τους Έλληνες ταξιδιώτες, όσο μια περιήγηση στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, περιοχές οι οποίες αποτέλεσαν, ως γνωστόν, πεδίο εκπληκτικής αποικιακής δραστηριότητας του αρχαίου ελληνισμού, κυρίως τον 6ο και τον 5ο αιώνα π.Χ. Σε αντίθεση με τους Τούρκους (οι οποίοι με επιμέλεια αποκρύπτουν το ελληνικό παρελθόν των τουριστικών περιοχών, όπως των παραλίων της Μ. Ασίας) οι Ιταλοί ευτυχώς αποκαλούν ακόμη και διαφημίζουν την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία ως «Μεγάλη Ελλάδα» (Magna Grecia).


Στο κεντρικό πάρκο της Καλημέρας (η οποία έλαβε το όνομά της από το «Καλό μέρος» στο οποίο κτίσθηκε στην περιοχή της Απουλίας (Σαλέντο), βρίσκεται η μαρμάρινη αυτή στήλη, πιστό αντίγραφο αρχαίας νεκρικής του 4ου αιώνα π.Χ., η οποία παριστάνει μια Αθηναία κόρη και δωρήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων (επί δημαρχίας Κατσώτα), το 1960. Στο μνημείο χαράχθηκε ο πρώτος στίχος από το «Το τραγούδι της Ελλάδας του Σαλέντο», του Ερνέστο Απρίλε: «Ξένη, εσύ δεν είσαι, εδώ στην Καλημέρα» (φωτ. Θεμ. Περτέσης, Αύγουστος 2002). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 15)

H ιστορία της εκπαίδευσης στην “Grecia Salentina” πριν και μετά την ένωση της Ιταλίας.

Χρήστος ΓΚΟΒΑΡΗΣ, Λέκτορας
Μαρία ΤΖΟΥΛΙΑΝΗ, Υποψήφια Δρ. του Πανεπιστημίου Αιγαίου
Μάνος ΚΟΝΣΟΛΑΣ, Δρ. Διδάσκων σύμφωνα με τον νόμο 407/80 στο ΤΕΠΑΕ


ΠΕΡΙΛΗΨΗ


Η “Grecia Salentina” αποτελεί την κατά το μακρινό παρελθόν ελληνόφωνη περιοχή της Απουλίας, στην Νότια Ιταλία. Αντικείμενο της εισήγησής μας είναι η ιστορική ανασκόπηση στο χώρο αυτό.
Γίνεται μια ιστορικοσυστηματική προσέγγιση στις βασικές μεταρρυθμίσεις την ίδρυση και λειτουργία των σχολικών μονάδων και σκιαγραφείται η εξελικτική πορεία της αναβάθμισης της παιδείας και της παρεχόμενης εκπαίδευσης μέσα από τα εκπαιδευτήρια πολλών κατευθύνσεων.


Στη μελέτη μας αυτή αξιοποιήθηκε η ιστορικοσυστηματική μέθοδος σε δύο κατευθύνσεις: Αφενός μεν χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος ανάλυσης περιεχομένου για την εξέταση των γραπτών πηγών, αφετέρου δε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά προσωπικών συνεντεύξεων με άτομα της περιοχής.

EΙΣΑΓΩΓΗ


Η ελληνόφωνη χερσόνησος της «Γκρετσία Σαλεντίνα», τοποθετημένη στα νοτιοανατολικά της επαρχίας του Lecce ,στην Πούλια (Απουλία), περιλαμβάνει αυτή τη στιγμή εννέα δήμους: την Καλημέρα, το Καστρινιάνο ντέι Γκρέτσι, το Κοριλιάνο ντι Ότραντο, το Μαρτάνο, το Μελπινιάνο, το Σολέτο, τη Στερνατία το Μαρτινιάνο και το Τζολίνο. Η ολική του επιφάνεια είναι 144 τ. χιλ. και ο διαμένων πληθυσμός περίπου 42.000 κάτοικοι (Copyright Ιnformagiovani- Castrignano dei Greci), “LA GRECIA SALENTINA”


1. ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ

Να περιγράψει κανείς την κατάσταση της εκπαίδευσης στην «Γκρετσία Σαλεντίνα” κατά το παρελθόν δεν είναι εύκολο, διότι δεν υπάρχουν γραπτές πηγές.
Αν σκεφτούμε όμως ότι στο Rudie, μια πόλη κοντά στο Lecce όπου μεγάλωσε ο ποιητής Quinto Ennio ( Mεσσάπιος), κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. ο οποίος γνώριζε τρεις γλώσσες, τη λατινική, την ελληνική και τη μεσσαπική, μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα υπήρχε.Ο Quinto Ennio μαζί με το Livio Andronico, Έλληνα που ζούσε στον Τάραντα, και τον ανιψιό του Marco Pacuvio υπήρξαν οι πρωτεργάτες της λατινικής λογοτεχνίας.


ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ
Το αρχαίο ελληνικό όνομα της σημερινής Καλαβρίας ήταν Ιταλία ή Οινωτρία, ενώ Καλαβρία οι Έλληνες ονόμαζαν τότε τη σημερινή Απουλία. Στους χρόνους της Ρωμαιοκρατίας, όπως τεκμηριώνεται από αρχαιολογικές ανασκαφές, έγιναν μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών από τα παράλια προς την ενδοχώρα και την οροσειρά του Ασπρομόντε της Καλαβρίας, ενώ η ελληνική γλώσσα κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο έγινε επίσημη γλώσσα της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να υποβαθμίζεται από τη λατινική.

Βυζαντινή αγιογραφία από την εκκλησία του Αγ. Στεφάνου -12ος αιώνας

Αργότερα οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους σε ορισμένα τμήματα της Κάτω Ιταλίας (Καλαβρία, Οτράντο), ακόμη κι όταν έχασαν τη Σικελία από τους Άραβες (823 μ.Χ.). Πρωταρχικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε το γεγονός ότι σε αυτά τα μέρη οι Βυζαντινοί βρήκαν πολλά και σημαντικά κατάλοιπα ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι αποδέχθηκαν τη βυζαντινή κυριαρχία. Σ’ αυτούς προστέθηκαν επίσης Βυζαντινοί πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι με τις οικογένειες τους, αλλά και οι Έλληνες πρόσφυγες από το εξαρχάτο της Καρχηδόνας (Β. Αφρική) και από τη Σικελία, μετά την κατάληψη τους από τους Άραβες. Εξάλλου, οι συχνές επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους συνέβαλαν στις μετακινήσεις πληθυσμών, όπως αποδεικνύουν και οι λαϊκές παραδόσεις των ελληνοφώνων.
Από τον 5ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ. ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας κατόρθωσε όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά κατά καιρούς να γνωρίσει μεγάλη ακμή λόγω των αλλεπάλληλων νέων εποικισμών από ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι μετακινήθηκαν από τον ελλαδικό χώρο, την Κωνσταντινούπολη, τη Μ. Ασία και τις βυζαντινές ανατολικές επαρχίες. Αιτίες υπήρξαν η δράση των μονοφυσιτών, επιδρομές αραβικών και σλαβικών φύλων και θρησκευτικές έριδες με αποκορύφωμα τους διωγμούς της Εικονομαχίας (726 - 843 μ.Χ.), περίοδο κατά την οποία ένα πλήθος εικονόφιλων μοναχών, κληρικών αλλά και λαϊκών κατέφυγε στις ελληνόφωνες π
εριοχές.


Εσωτερικό της Βυζαντινής εκκλησίας του Αγ. Στεφάνου στο Σολέτο

Η απώλεια των βυζαντινών εδαφών της Ιταλίας από τους Νορμανδούς στο τέλος του, 11ου αιώνα και άλλες επιδρομές από τους Γάλλους, τους Ισπανούς κ.ά. προκάλεσαν την παρακμή του ελληνορθόδοξου στοιχείου, με μόνη εξαίρεση τις περιοχές της Καλαβρίας και της Απουλίας, όπου οι κατακτητές παραχώρησαν προνόμια στους Έλληνες, σχετικά με τις παραδόσεις και τη γλώσσα, για να τους κρατούν σε ισορροπία μαζί με τους Λατίνους και τους Άραβες. Η ελληνική παρουσία ενισχύθηκε τον 12ο αιώνα με 15.000 Έλληνες τους οποίους μετέφερε ο Νορμανδός ηγεμόνας Ρογήρος Β’ για την ανάπτυξη της σηροτρο φίας στην Καλαβρία και τη Σικελία. Η ελληνική γλώσσα, βέβαια, υπέστη μεγάλες προσμείξεις, αλλά επιβίωσε βοηθούμενη από τον κλήρο και το ελληνικό θρησκευτικό τελετουργικό.


ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥΣ

Το ορθόδοξο τυπικό στη θρησκεία των ελληνοφώνων μπορεί να ξεριζώθηκε μετά από διωγμούς πάσης φύσεως, η γλώσσα τους όμως διατηρήθηκε πεισματικά μέσα από την προφορική παράδοση. Το 1802 ο Άγγλος περιηγητής John Chetwode Eustace «ανακάλυψε» τα ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας. Αργότερα δημοσίευσε τις εντυπώσεις του, με στοιχεία της «περίεργης» διαλέκτου, ανακινώντας το ζήτημα του ιδιώματος τους. Οι ίδιο οι ελληνόφωνοι, λόγω της απομόνωσης τους, δεν γνώριζαν την ιδιαιτερότητα της γλώσσας και της καταγωγής τους, την οποία αντιλήφθηκαν μόνο μετά τις πρώτες επισκέψεις επιστημόνων ερευνητών. Όταν το θέμα εξαπλώθηκε διεθνώς, άρχισε και η διατύπωση ποικίλων θεωριών σχετικά με την καταγωγή τους, η βάση των οποίων είναι κυρίως γλωσσολογική, εφόσον δεν υπάρχουν άλλα ιστορικά δεδομένα.

Εξωτερικό της Βυζαντινής εκκλησίας -12ος αιώνας -του Αγ. Στεφάνου στο Σολέτο

Το 1870 και το 1878 ο Ιταλός γλωσσολόγος Giuseppe Morosi δημοσίευσε δύο πολύ επιμελημένες μελέτες σχετικά με την «γκρεκάνικη» διάλεκτο, όπου υποστηρίζει ότι το ιδίωμα είναι νεοελληνικό και ότι οι ελληνόφωνοι της Απουλίας προέρχονται από Βυζαντινούς εποίκους του 9ου - 11ου αιώνα, ενώ της Καλαβρίας από εποίκους του 11ου - 12ου αιώνα, στηριζόμενος στην παρατήρηση ότι από τον 4ο έως τον 9ο αιώνα υπάρχει ένα χάσμα της γραπτής παράδοσης στις περιοχές αυτές. Πρώτος ο Έλληνας γλωσσολόγος Γ Χατζιδάκις, στις 11 Μαρτίου 1899, αντέκρουσε τη θεωρία αυτή υποστηρίζοντας τη συνέχεια της γλώσσας στην Κάτω Ιταλία από την εποχή της Μεγάλης Ελλάδας μέχρι σήμερα.
  • Τη θεωρία του G. Morosi υποστηρίζουν οι γλωσσολόγοι Battisti, Alessio, Or. Parlangeli, H. Pernot, Ιακ. Διζικιρλικης κ.ά., ενώ αυτή του Γ. Χατζιδάκι οι Gerhard Rohlfs (Γερμανός καθηγητής και ένθερμος φιλέλληνας, ο οποίος έκανε την Κ. Ιταλία δεύτερη πατρίδα του πραγματοποιώντας επί 60 χρόνια γλωσσολογικές έρευνες), Σταμ. Καρατζάς, Σ. Καψωμένος, Αγγ. Τσοπανάκης, Αναστ. Καραναστάσης κ.ά.
Οι ίδιοι οι κάτοικοι των ελληνόφωνων χωριών πιστεύουν ότι παρά τις προσμείξεις και τα νεώτερα γλωσσικά δάνεια, ο βασικός πυρήνας τους αποτελείται από απογόνους των Ελλήνων της Μεγάλης Ελλάδας του β’ αρχαιοελληνικού αποικισμού και ότι δεν έχουν σχέση με τους νεώτερους Έλληνες πρόσφυγες «που τους χάλασαν τη γλώσσα», όπως υποστηρίζουν οι εντόπιοι «λόγιοι». Χρησιμοποιούν τη λέξη Griko (γρήκος, λατιν. Graecus), η οποία δεν χρησιμοποιείται στην Ελλάδα και γράφουν τις ελληνικές λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες.


Βυζαντινή αγιογραφία από την εκκλησία του Αγ. Στεφάνου- 12ος αιώνας
Πρέπει οπωσδήποτε να τονισθεί ότι αυτή η διάλεκτος αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε μόνο με τον προφορικό λόγο και επιβίωσε τόσους αιώνες εξαιτίας τις απομόνωσης των πληθυσμών αυτών. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχε ελάχιστη επαφή και επικοινωνία με τα γειτονικά αστικά κέντρα, ενώ επικρατούσε η ενδογαμία. Επί εποχής Μουσολίνι, ο οποίος ήθελε να εξαλείψει τις εθνικές μειονότητες του ιταλικού κράτους, η φασιστική προπαγάνδα έπαιξε αρνητικό ρόλο.
Οι συνθήκες, όμως, άλλαξαν. Η φοίτηση στα ιταλικά σχολεία και η στρατιωτική θητεία είναι πλέον υποχρεωτική, εφόσον παρά το παρελθόν τους οι κάτοικοι των περιοχών αυτών είναι Ιταλοί πολίτες. Οι μετακινήσεις και οι επαφές με τον ιταλικό πληθυσμό - μέσα από την καθημερινή ζωή και την επιρροή των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας - είναι πλέον εύκολες και απαραίτητες, καθώς κοινωνική και η οικονομική οργάνωση είναι τελείως διαφορετικές.

Εσωτερικό της Βυζαντινής εκκλησίας του Αγ. Στεφάνου στο Σολέτο
Έτσι, σήμερα ο κίνδυνος εξαφάνισης του γκρεκάνικου ιδιώματος είναι πια ολοφάνερος. Στα εννέα χωριά της Καλαβρίας ζουν περίπου 20.000 κάτοικοι, από τους οποίους μόνο οι 4.000 - 4.500 καταλαβαίνουν και πολύ λιγότεροι μιλούν τη γλώσσα, οι γεροντότεροι. Μόνο στο Γκαλλιτσανό των 200 περίπου κατοίκων η γκρεκάνικη διάλεκτος ομιλείται ακόμη και από τα παιδιά. Στην Απουλία, όπου οι ελληνόφωνοι είναι καλύτερα οργανωμένοι, η κατάσταση είναι σαφώς καλύτερη, αλλά παραμένει προβληματική (από τους 45.000 κατοίκους, 20.000 ομιλούν γκρεκάνικα).

Αριστερά: Τοιχογραφία του ναού του Αγίου Στεφάνου (12ος αιώνας) στο Σολέτο της Απουλίας με την επιγραφή «ΣΟΦΙΑ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ». Η μικρή Εκκλησία, η οποία είναι γεμάτη από τοιχογραφίες είναι ότι πιο ελληνοπρεπές έχει να επιδείξει η περιοχή, σημάδι ότι το Ορθόδοξο δόγμα ήταν εδώ ζωντανό επί αιώνες (φωτ. Κώστας Φ. Παπακωνσταντίνου)Δεξιά: Η πρόσφατα κατασκευασμένη Ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας «της Ελλάδας», στο Γκαλλιτσανό είναι το τελευταίο πραγματικό προπύργιο της διαφύλαξης της Ελληνικής γλώσσας, καθώς το σύνολο των κατοίκων ομιλεί γκρεκάνικα. Μοναδικός πολιτιστικός φάρος, δικαίως ονομάζεται «Ακρόπολη της Μεγάλης Ελλάδας» (φωτ. Domenico Nucera)(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σσ. 12 -13).

ΤΕΛΟΣ  ΠΑΡΕΝΘΕΣΗΣ


Μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ. δεν υπάρχουν στοιχεία για την εκπαίδευση.Κατά τη βυζαντινή περίοδο δηλαδή από τον 6ο μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ. συμπεραίνουμε ότι η εκπαίδευση βρισκόταν στα χέρια των ιερέων και των μοναχών, οι οποίοι ήταν ορθόδοξοι, διότι στην περιοχή βρέθηκαν εκατοντάδες υπόγειες και ισόγειες εκκλησίες με βυζαντινές αγιογραφίες. Απ’ αυτό διαπιστώνουμε ότι εκεί γινόντουσαν συγκεντρώσεις για να παρακολουθήσουν κάποια μαθήματα κατά τρόπο μυστικό, διότι κατά τον 10ο. αιώνα μ. Χ. υπήρχε ο φόβος των Σαρακηνών στην περιοχή.

Νότιο δυτικά της περιοχής της Απουλίας κρύπτη της βυζαντινής εκκλησίας του Σταυρού.

Προς το τέλος του 11ου αιώνα έρχονται οι Νορμανδοί και αργότερα οι Λατίνοι με τα δυο τάγματα των Βενεδικτίνων και των Δομινικανών. Την εποχή αυτή λειτουργεί σαν πανεπιστήμιο το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Κασούλων κοντά στο Ότραντο, με ηγούμενο το Νεκτάριο.
  •  Είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και δάνειζε βιβλία σ’ όλη την περιοχή του Σαλέντου. Εδώ διδάσκονταν Θεολογία, Φιλοσοφία και Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία.
  • Στο Τζολίνο το 1500 μ.Χ. ο Sergio Stisio παπάς του χωριού είχε «scriptorium» με μερικούς συνεργάτες, που έγραφαν βιβλία στα ελληνικά και τα πουλούσαν σ’ όλη την Ιταλία.
 Όσοι ήθελαν ν’ αγοράσουν ελληνικά βιβλία, πριν φύγουν για την Ελλάδα περνούσαν από το Τζολίνο και αγόραζαν. (αναφορά Sicuro S.)

Το Μαρτάνο είναι η πρωτεύουσα του συμπλέγματος των εννέα ελληνόφωνων χωριών του Σαλέντο με πληθυσμό 15.000 κατοίκων

Στην έδρα των Μητροπολιτών από το 15ο αιώνα μ.Χ. μέχρι σήμερα στο Ότραντο, στην Γκαλλίπολη και στη Ναρντώ λειτουργούν σχολές για τους μέλλοντες παπάδες. Διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά.

  • Μέχρι το 1860 που έγινε η ένωση της Ιταλίας όσοι ήθελαν απ’ τους λαϊκούς να μορφωθούν πήγαιναν στις σχολές αυτές που λέγονται “Σεμινάρια” και μετά πήγαιναν στο πανεπιστήμιο της Νεάπολης.
Το 90-95% έμεναν αναλφάβητοι και μάθαιναν στην εκκλησία τα ”πράματα Χριστού” όπως λέγονταν στην “Γκρίκο” (ελληνική διάλεκτος της περιοχής.)
Ο Giusepe Bonaparte, βασιλιάς της Κάτω Ιταλίας, και ο γαμπρός του Murat προσπάθησαν να καταπολεμήσουν την αγραμματοσύνη με μια διαταγή που εξεδόθη στις 15/8/1806 και έλεγε ότι σ’ όλα τα χωριά έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον ένας δάσκαλος ή μια δασκάλα. Το 1810 ο Murat επειδή δεν υπήρχαν δάσκαλοι ανέθεσε στους παπάδες των μικρών χωριών να κάνουν μαθήματα στα παιδιά. (αναφορά Sicuro S.)


Η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Κοριλιάνο ωτ’ Ότραντο της Απουλίας διακρίνεται από μακριά χάρη στο καμπαναριό της. Κοντά στο χωριό υπήρχε από τον 10ο αιώνα και το ομώνυμο Ορθόδοξο μοναστήρι, με σημαντική πνευματική δραστηριότητα, καθώς εκεί ως τον 15ο αιώνα διδάσκονταν αρχαία ελληνικά και λατινικά και αντιγράφονταν αρχαία κείμενα. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 20).Αυτή ήταν η αρχική εκκλησία κατόπιν μια νεώτερη εκκλησία επισκίασε τον παλαιό ναό και αφιερώθηκε στην Παναγία Οδηγήτρια .

Βυζαντινό επίτοιχο τρίπτυχο με τον άγιο Νικόλαο από τα στοιχεία του παλαιού ναού .

Και άλλες αγιογραφίες του ναού με τον Αγ. Νικόλαο  που φορά χαρακτηριστικό τυλιχτό πίλο. Από τις παλαιότερες αναπαραστάσεις του Αγίου.

 Το εσωτερικό του ναού του Αγ Νικολάου με το βυζαντινό  ψηφιδωτό δάπεδο.

Όταν όμως οι Βουρβώνοι πήραν την εξουσία μετά την πτώση του Ναπολέοντα και του Μurat ανανέωσαν τις ωμότητες του Μεσαίωνα, δημιουργώντας ένα δεύτερο. Κατάργησαν τις διαταγές αυτές διότι πίστευαν ότι τα δημόσια και τα ιδιωτικά σχολεία θα γίνονταν πυρήνες και κέντρα αντικυβερνητικά. Όπως όλες οι αντιπροοδευτικές κυβερνήσεις δεν είχαν σκοπό να επεκτείνουν την εκπαίδευση και να την κάνουν όργανο πνευματικής εξέλιξης, αλλά ήθελαν να ελέγχουν ακόμα και την ιδεολογία των δασκάλων. Στην ουσία το δημόσιο είχε μόνο την παρουσία και το όνομα.
  • Στην ακρίβεια θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν είχε ούτε την πρόθεση να διαχειριστεί σε κάθε περίπτωση, τις ιδιωτικές χειρονομίες, τους περιφερειακούς οργανισμούς και τις δωρεές των ευεργετών, που τροφοδοτούσαν και καθόριζαν την ύπαρξη των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της εποχής. 
Αν εξαιρέσουμε το Λύκειο-Γυμνάσιο του Otranto, το Λύκειο και Κολέγιο του Αγίου Giuseppe, το Κολέγιο του Gesu ή Lupiense, που πήρε την άδεια να λειτουργήσει έτσι, με το διάταγμα της 30/5/1807, μερικές κινητές έδρες του Magistrale, για την εκπαίδευση των δασκάλων που προορίζονταν για το βασικό σχολείο και τις επισκοπικές Ιερατικές Σχολές, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι η εκπαίδευση περιοριζόταν σε λίγη γραφή,ανάγνωση και λίγη αριθμητική. (αναφορά Μarciano M).


Αυθεντικό στιγμιότυπο στο οποίο ελληνόφωνοι στα μέσα του 20ου αιώνα τρώνε οικογενειακώς το κολατσιό τους στο διάλειμμα του τρύγου. Οι ελληνόφωνοι είναι υπερήφανοι, φιλόξενοι, ευγενικοί και η καλλιτεχνία τους είναι έμφυτη. Το κυρίαρχο στοιχείο που τους συνδέει είναι ο δεσμός με την οικογένεια, ο σεβασμός στα μέλη της και ειδικά στους γεροντότερους. Έχουν παραμύθια, μύθους, ιστορίες, μοιρολόγια, αφηγήματα σαν γνήσιοι Έλληνες αλλά διακρίνονται ιδιαίτερα στο τραγούδι. Τους συνοδεύει ο έρωτας και η κτητικότητα. Για την γυναίκα σημασία έχει το ενδιαφέρον για την οικογένεια και η καλοσύνη ενώ τον άντρα τον χαρακτηρίζει περισσότερο η τιμή. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 23)

Αυτό διαπιστώνουμε απ’το θλιβερό γεγονός του 90ο/ο αναλφαβητισμού. Λείπουν επίσημες στατιστικές, μα δε μας κάνει να απορούμε σκεπτόμενοι τους κυβερνήτες της εποχής. Αν εξαιρέσουμε τη μικρή περίοδο του Ναπολέοντα, κάθε άλλο παρά ευαισθησία έδειχναν για την παιδεία.
  • Σύμφωνα με την αναφορά του Brunetti ακόμα και λίγα χρόνια μετά την ένωση της Ιταλίας οι 875 στους 1000 κατοίκους ήταν αναλφάβητοι στη γη του Otranto.
  • H βασική εκπαίδευση στην εποχή των βουρβώνων γινόταν στα κολέγια, παρθεναγωγεία και ορφανοτροφεία. Δε διαρκούσε περισσότερο από 4 χρόνια, αν δεν ήταν καθορισμένη για λιγότερη
Την εποχή αυτή λειτουργεί στο Lecce δημοτικό Ορφανοτροφείο θηλέων ονομαζόμενο “S. Francesco”, προορισμένο να συντηρεί παιδιά νομίμως γεννημένα. Κατά το τέλος του 1900 αντικαθίσταται με ανάλογο ίδρυμα και ονομάζεται «Μargherita di Savoia» με προσαρτημένο τμήμα Magistrale με την ίδια επωνυμία ( La Zagalia, 1967).

Παραδοσιακή στολή των ελληνοφώνων από την περιοχή του Μαρτάνο της Απουλίας (φωτ. GSAC). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 23)

Κάποιος κανονισμός που εξεδόθη στη Νεάπολη κατά το 1819 και συμπεριλάμβανε την «Γκρετσία Σαλεντίνα» που υπαγόταν σ΄αυτήν, υιοθετούσε την αμοιβαία μέθοδο διδασκαλίας, αλλά δεν προέβλεπε την υποχρεωτική φοίτηση. Μ΄ένα άρθρο όμως συνιστούσε την απόκτηση με ισχύ απ΄την 1/1/1820 του τίτλου του βασικού σχολείου και τη γνώση ανάγνωσης, γραφής και των βασικών γνώσεων αριθμητικής για όποιον ήθελε να ασκήσει μια τέχνη ή ένα επάγγελμα.
  • Ήταν ένα σχολείο που σύμφωνα με αναφορές αγωνιζόταν καθημερινά να επιβιώσει, να εξασφαλίσει το ελάχιστο των αποδοχών του δασκάλου δηλαδή 50 lit. το μήνα ακόμα και μέχρι το 1862. Την εποχή αυτή δημιουργήθηκε η «Congregazione di spirito», κρατική υπηρεσία που ήλεγχε τους δασκάλους.
Με διαταγή που εκδίδεται στις 13/11/1821 επιβάλλεται η ανοιχτή πόρτα κατά την ώρα της διδασκαλίας. Τα βιβλία ήταν μονοπώλιο του κράτους και γράφονταν από έμπιστους του, κατάλληλα να σπείρουν τον σκοταδισμό.
Υπεύθυνος για να λειτουργούν τα σχολεία όπως ήθελαν ήταν ο Νομάρχης.
  • Ο Ferdinando Δ,΄ βασιλιάς της Νεαπόλης, είχε περισσότερη εμπιστοσύνη στους παπάδες που δίδασκαν στα εκκλησιαστικά σχολεία. Τα παιδιά μάθαιναν μόνο ανάγνωση, γραφή και αρίθμηση. Οι γονείς και τα παιδιά έδειχναν απάθεια απέναντι στην εκπαίδευση. 
Το πολιτισμικό επίπεδο χαμηλό. Η οικονομική κατάσταση καθόλου ευνοϊκή και έτσι προτιμούσαν να δουλέψουν τα παιδιά τους ( Οδοιπορικό Σκευοφύλακα Π.).
Τα 1862 ο αναλφαβητισμός της γης του Otranto έφτανε το 87-90%. Σε 43 χωριά δεν υπήρχαν δημοτικά σχολεία. Σε 374 σχολεία (τάξεις) φοιτούσαν 11.500 παιδιά. Κάθε μαθητής στοίχιζε στην κοινότητα 11,65 lit (Smerano A., χ.ημ.).
Στα μεγάλα χωριά λειτουργούσαν μονοθέσια σχολεία με 6 τάξεις, Στα μικρά χωριά ήταν μονοθέσια, αλλά με τρεις μόνο τάξεις.

Σαλέντο- Βυζαντινή αγιογραφία με τον Άγιο Νικόλαο των Μύρων

Η διδασκαλία γινόταν κατά τους παλιούς κανόνες από παπάδες και λαϊκούς με χαμηλή ανθρωπιά χαμηλό νοητικό επίπεδο και πολύ χαμηλή μόρφωση.
Οι δάσκαλοι ήταν του δημοτικού που κάπου κάπου τους καλούσαν για επιμόρφωση στο ”Scuola Magistrale” όπως το έλεγαν και το οποίο άλλαζε πόλεις λειτουργίας. δε λειτουργούσε σε σταθερή έδρα.
O Βrunetti πρόεδρος και επιθεωρητής του Σαλέντου έλεγε ότι ένα κανονικό  σχολείο αξίζει σαν δέκα Magistrale.
  • H κοινότητα πλήρωνε τους δασκάλους μέχρι το 1903. Η μεταχείρηση δε του δασκάλου ήταν τέτοια, που πολλές φορές τον ανάγκαζαν να παραιτηθεί. Έτσι εκμεταλλεύονταν τους μισθούς τους για τις γιορτές, τις απεργίες και τα πυροτεχνήματα ( Semerano A., χ.ημ.)
  • Η πρώτη σχολή για τη φοίτηση αυτών που ήθελαν να γίνουν δάσκαλοι λειτουργούσε στο Lecce , λεγόταν “Scouola Normale” και ιδρύθηκε κατά πρόταση του Νομαρχιακού Συμβουλίου του Μαρτάνου. (Semerano A. χ.ημ.)
Ο αναλφαβητισμός παραμένει υψηλός σε ποσοστό 80% και άνω μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.(1914-1918) Αυτό συμβαίνει διότι τα φτωχά και αγροτικά χωριά εξακολουθούν να θεωρούν το σχολείο περισσότερο πολυτέλεια παρά ανάγκη.
Ωστόσο όμως υπήρξαν προτάσεις από τα συμβούλια όπως π.χ. αυτή που έγινε απ’τους διαχειριστές του Brindisi, που ζητούσαν την λειτουργία Νυκτερινών Σχολείων και την υποχρέωση των δασκάλων να κάνουν μάθημα ιδίως σε αγρότες από τις 11μ.μ. μια ώρα τη νύκτα, καθώς και την καλοκαιρινή περίοδο.



ΔΕΣ : Ο «ΧΑΡΤΗΣ ΟΣΤΡΑΚΟ » Ο ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ


2. ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ

Μετά το 1860 (δηλαδή μετά την ένωση της Ιταλίας )η εκπαίδευση γίνεται υποχρεωτική, αλλά μόνο στα Ιταλικά. Μεταξύ των πολλών προβλημάτων που ταλαιπωρούν το νέο Ιταλικό Βασίλειο, κατά κάποιο τρόπο, κληρονόμου απ’το 1861 και μετά της διαχείρισης των Βουρβώνων, η οποία παραμέλησε την παιδεία σα δημόσιο φαινόμενο και μέσο των κοινωνικών σχέσεων, οι πρώτες φροντίδες της καινούριας κυβέρνησης του κεντρικού κράτους συνοψίζονται σε διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στο να δημιουργήσουν συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας της βασικής εκπαίδευσης. Αυτό προκύπτει με νόμο που την καθιστά υποχρεωτική και δωρεάν.
  •  Με νόμο υποχρεώνει τις κοινότητες να έχουν τουλάχιστον κατώτερο σχολείο για μικρά αγόρια και ένα άλλο για κορίτσια. Ιδρύονται κρατικά δημοτικά σχολεία. Στα μεγάλα κέντρα Lecce, Maglie, Galatina, λειτουργούν 5/ετή Γυμνάσια και 3/ετή Λύκεια για τα παιδιά των ευπόρων οικογενειών διότι πλήρωναν δίδακτρα και μάλιστα αρκετά για την εποχή. (Saracino D.& G. )
Η συμμετοχή και μόνο στις εξετάσεις για την εισαγωγή στο Γυμνάσιο αντιστοιχούσε με 10 ημερομίσθια. Το ίδιο επαναλαμβανόταν και για την εισαγωγή στο Λύκειο. Τα δίδακτρα δε κάθε τριμήνου αντιστοιχούσαν με 20 ημερομίσθια. Τα βιβλία αγοράζονταν.

Τα μαθήματα που διδάσκονταν στο Γυμνάσιο ήταν:
Ιταλικά, Λατινικά, Ιστορία, Γεωγραφία, Ξένη Γλώσσα,-Γαλλικά ή Αγγλικά, Μαθηματικά και απ’τον 4ο χρόνο και Αρχαία Ελληνικά.

Στα Λύκεια διδάσκονταν:
Ιταλικά, Λατινικά, Αρχαία Ελληνικά, Ιστορία, Φιλοσοφία, Μαθηματικά, Άλγεβρα,
Βοτανική Χημεία.Οι καθηγητές έχουν ειδικότητες.

Ένα διάταγμα απ’τη Νεάπολη τον Οκτώβριο του 1860 προβλέπει την ίδρυση των Κανονικών Αρχικών Σχολείων αρρένων και θηλέων καθώς και του Magistrale, διότι βασική προϋπόθεση για μια αυθεντική κοινωνική αποκατάσταση θεωρήθηκε από τα αρμόδια άτομα η δημιουργία ενός κατάλληλου οργάνου που να προετοιμάζει τους εκπαιδευτικούς της αρχικής βαθμίδας.
Η τεχνική εκπαίδευση στη γη του Otranto μετά το 1860 υπήρξε η καρδιά της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην Ιταλία. Το 1865 με κυβερνητικό διάταγμα προτεινόταν το κλείσιμο των Ιερατικών Σχολών που δεν είχαν συμμορφωθεί με τις προδιαγραφές του νόμου και στη συνέχεια το άνοιγμα άλλων τόσων γυμνασίων.

Κοριλιάνο ντι Ότραντο

Μεταξύ των υποστηρικτών της κλασικο-ανθρωπιστικής κατεύθυνσης και εκείνων της τεχνικής υπήρχε μια διαφωνία. Οι δεύτεροι υποστήριζαν ότι και από οικονομικής πλευράς ήταν καλύτερα να στραφούν οι νέοι στις τέχνες, στα επαγγέλματα και στη ναυτιλία.
Κατά το 1865-66 στα δημοτικά σχολεία κρατικά και ιδιωτικά συμβαίνει μια θεαματική συμμετοχή. 
  • Δυο χρόνια αργότερα κατά 1867-68 τα σχολεία παθαίνουν μια μεγάλη απώλεια μαθητών και στην περιοχή παρατηρείται ένα ποσοστό φοίτησης 2 στους 1000, απ΄αυτούς που ήταν σε ηλικία και προϋποθέσεις υποχρεωτικές για να παρακολουθήσουν το σχολείο.
Με διάταγμα ιδρύεται το Κανονικό Σχολείο Θηλέων στο Lecce  τον Οκτώβριο του 1868 που μέχρι το 1873 λειτουργούσε στ΄Ορφανοτροφείο Principe Umberto. Το Νοέμβριο του 1868 ιδρύεται και ένα ίδιο τμήμα αρρένων προσαρτημένο στο Τεχνικό Εμπορικό Σχολείο που λειτουργούσε στο Lecce απ΄το 1867. (La Zagalia, 1967)

Το θρυλικό καμπαναριό της Αγίας Λουκίας στο Σολέτο της Απουλίας θεωρείται το μεγαλύτερο αριστούργημα της αρχιτεκτονικής του Ότραντο. Προκαλεί ακόμη τον φόβο στους περαστικούς γιατί σύμφωνα με την παράδοση οικοδομήθηκε μέσα σε μια νύχτα από τον ιατρό και φιλόσοφο Matteo Taffuri, γνωστό ως μάγο, ή από κατάδικους των φυλακών του Σολέτο, οι οποίοι κέρδισαν την ελευθερία τους. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το έκτισαν άγγελοι με την βοήθεια των καταδίκων, οι οποίοι στην συνέχεια αγίασαν.(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 29)

Αυτός ο τελευταίος δημοτικός θεσμός ήταν πολύ αναγκαίος για τη Σαλεντινή κοινωνία, διότι προσπαθούσε να προετοιμάζει τους νέους να μπουν να εργαστούν σε διάφορους τομείς της βιομηχανίας και του εμπορίου.
Προς το 1870 καταγράφεται μια σημαντική αύξηση των σχολείων η οποία φτάνει τα 10 δημοτικά ημερήσια για αγόρια, 13 για κορίτσια και 2 μικτά. Λειτουργούν επίσης και 27 βραδινά.
Η αναλογία παρακολούθησης φτάνει 3 στους 10 μαζί με τα παιδιά των βρεφικών σταθμών και των ιδιωτικών σχολείων.
  • Τον Ιούλιο του 1877 επεκτείνεται σ’όλες τις κοινότητες του βασιλείου η υποχρεωτική φοίτηση στο κατώτερο Δημοτικό αρρένων και θηλέων από 6-9 ετών και στα μεγάλα κέντρα με αξιόλογο αριθμό κατοίκων μέχρι 12 ετών.Ένας νόμος του 1904 προέβλεπε 4 χρόνια για όλα τα παιδιά και άλλα 2 συμπληρωματικά για εκείνα που δεν θα συνέχιζαν τις σπουδές.
Το ποσοστό όμως του αναλφαβητισμού παραμένει ακόμα υψηλό στην “Γκρετσία Σαλεντίνα” μέχρι το τέλος του αιώνα. Σύμφωνα με στατιστικές και αναφορές κατά το 1890-91 το 80% των κατοίκων από 6-25 ετών είναι αναλφάβητοι, σε βαθμό που να μην μπορούν να βάλουν ούτε την υπογραφή τους. ( Αtti del Consilio Rrovinciale, 1986). Η έρευνα του Corradini συμπεραίνει ότι το 1908 οι αναλφάβητοι φτάνουν το 70%.

Το Υπουργείο της Δημόσιας Εκπαίδευσης για να πατάξει το φαινόμενο αυτό, στις 28-8-1921 συνιστά στην κοινότητα του Μαρτάνου ν΄ανοίξει ένα σχολείο νυκτερινό χωρίς δίδακτρα, (διότι μέχρι τώρα στα νυκτερινά σχολεία πλήρωναν οι γονείς τον δάσκαλο). Αναφερόταν στα άτομα από 12 ετών και άνω και απέβλεπε στο να μορφώσει τα κατώτερα στρώματα και να καλλιεργήσει ηθικές και πολιτισμικές αξίες  ( Gallone B., χ.ημ.).



Το Μαρτάνο είναι η πρωτεύουσα του συμπλέγματος των εννέα ελληνόφωνων χωριών του Σαλέντο με πληθυσμό 15.000 κατοίκων. Είναι σημαντικό ότι το χωριό αυτό διέσωσε μέχρι σήμερα μια σειρά λαϊκών τραγουδιών, με σημαντικότερα τα μοιρολόγια, των οποίων ο στίχος και ο ρυθμός παραπέμπουν σε εκείνα της Μάνης και της Νισύρου (φωτ. Κώστας Φ. Παπακωνσταντίνου) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 25)


Την εποχή αυτή λειτουργούν και τα Κατηχητικά σχολεία σε εθελοντική βάση και γίνονται στην εκκλησία. ( Σήμερα είναι υποχρεωτικό από την Γ’ δημοτικού μέχρι και την Β’ του “Scuola Media” σχεδόν αντίστοιχου του δικού μας σημερινού Γυμνασίου.
Μέχρι το 1922 το μόνο πανεπιστήμιο που λειτουργούσε στην Κάτω Ιταλία ήταν της Νεάπολης με πολλές σχολές.Φιλολογία, Ιατρική, Νομική, Φυσική, Γεωπονική, Πολυτεχνικές Σχολές, κ.ά. Το 1922 ιδρύεται και το πανεπιστήμιο του Μπάρι, έτσι η περιοχή εξυπηρετείται κι εκεί.
  • Μια μεταρρύθμιση του Gentile το 1923 κατά το φασιστικό καθεστώς επιβάλλει την υποχρεωτική εκπαίδευση μέχρι τα 14 χρόνια αντί μέχρι τα 10-11 που ίσχυε μέχρι τότε, για να αποφύγει το φαινόμενο του ημιαναλφαβητισμού. 
Ο νόμος δε, προέβλεπε πρόστιμο για τους γονείς και τους εργοδότες που απομάκρυναν τα παιδιά από το σχολείο, ανερχόμενο από 2 σε 50 lit για τους παραβάτες γονείς και διπλάσιο για τους εργοδότες . Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε για κάθε παιδί χωριστά. Από το 1925 λειτουργούν Νηπιαγωγεία στις καλόγριες σε εθελοντική βάση, με μικρή συμμετοχή των γονέων για το φαγητό που έπαιρναν εκεί (Semerano A., χ.ημ.).
Το 1929 ο σχολικός επιθεωρητής επιτρέπει τη μη παρακολούθηση του σχολείου, μόνο των παιδιών εκείνων των οποίων οι οικογένειες για σοβαρούς λόγους απομακρύνονταν απ’την περιοχή του σχολείου.

Αρχοντικό σπίτι του 18ου αιώνα στο Μαρτάνο της Απουλίας. Το Μαρτάνο έχει πάρει το όνομα του από την ελληνική λέξη «αμαρτάνω» επειδή, σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι του είναι οξύθυμοι και βλαστημούν πολύ (φωτ. Θεμ. Περτέσης, Αύγουστος 2002). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 27)

Τα κορίτσια πήγαιναν μόνο μέχρι την Γ’ Δημοτικού και τα αγόρια μέχρι την Ε’. Λίγοι πήγαιναν στο “Scuola Media” που υπήρχε μόνο στα μεγάλα κέντρα. Πήγαιναν δε με τα ποδήλατα ή τα λίγα λεωφορεία που υπήρχαν και για να εγγραφούν έδιναν εισαγωγικές εξετάσεις.

Στερνατία -Αρχαίο υπόγειο υπόσκαπτο με τελευταία χρήση ως ελαιοτριβείο

Αμέσως μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο ανοίγουν νυκτερινά σχολεία για τους αναλφάβητους. Έβαζαν κάποιες σειρές μαθημάτων που έπρεπε να παρακολουθήσουν. Μέχρι το 1950 τα σχολεία περνούν κρίση διότι πολλά παιδιά πήγαιναν με τις οικογένειές τους στα Βασιλικάτα ( γειτονικός νομός) για να καλλιεργούν καπνά και τα σχολεία έμεναν άδεια.
Κατά το 1960-65 μπαίνουν μαθήματα στην τηλεόραση για τους αγράμματους. Το όνομα του Προγράμματος είναι:” Δεν είναι ποτέ πολύ αργά”.


Δρόμος στο Μαρτάνο [Φωτ. Μ.Παρασκευάς]

Απ’ το 1963 το “Scuola Media” κατέστη υποχρεωτικό επομένως καταργήθηκαν οι εισαγωγικές και ιδρύθηκαν κρατικά ακόμα και στα μικρά χωριά. Το σύνταγμα δε, προέβλεπε και την ίδρυση ιδιωτικών χωρίς όμως καμιά επιβάρυνση του κράτους. Οι άνεργοι τότε εκπαιδευτικοί βρίσκουν δουλειά εκεί χωρίς όμως ασφάλιση (αναφορά Vito A.,).
Πριν 10 χρόνια λειτούργησαν και παιδικοί σταθμοί στα πιο μεγάλα χωριά στηριζόμενοι απ’τις κοινότητες.

Μελπινιάνο 

Απ’ το 1964-65 εκτός από τους Παιδικούς Σταθμούς, Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Scuola Media κρατικά και ιδιωτικά, λειτουργούν στα μεγάλα κέντρα και Λύκεια για την κλασική εκπαίδευση, για φυσικές επιστήμες, Ινστιτούτο Magistrale για δασκάλους. Πριν 5-6 χρόνια καθιερώθηκε απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου το πτυχίο του Πανεπιστημιακού Παιδαγωγικού τμήματος.

Στο Καστρινιάνο ντέι Γκρέτσι.

Για την Τεχνική Εκπαίδευση λειτουργούν διάφορα λεγόμενα Ινστιτούτα:
Ινστιτούτο Τεχνικό, Εμπορικό και για Γεωμέτρες καθώς και Ναυτικό, Βιομηχανικό και Γεωργικό. Ινστιτούτο Επαγγελματικό, Βιοτεχνικό και Κοινωνικών Υπηρεσιών. Επαγγελματικό Ινστιτούτο Εθνικής Εκπαίδευσης Κατάρτησης τμήμα βιοτεχνίας, χειροτεχνίας. Λειτουργεί επίσης Επαγγελματικό Ινστιτούτο μόνο για κορίτσια.
Έχουμε ακόμα σχολείο Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, Ινστιτούτο Τέχνης, Λύκειο Τέχνης, Ακαδημία Καλών Τεχνών, Μουσικό Λύκειο, Γλωσσικό Λύκειο για ξένες γλώσσες, καθώς και Κοινωνικοπαιδαγωγικό Ινστιτούτο.


Σκαπτοί κατοικήσιμοι χώροι στο Οτράντο

Όλα τα σχολεία μετά το “Scuola Media” λέγονται “Scuola Superiore” και είναι 5/ετούς φοίτησης. Αυτό όμως της κλασικής κατεύθυνσης οναμάζεται Κλασικό Λύκειο και τα δύο πρώτα χρόνια σ’αυτό λέγονται Γυμνάσιο.

Στερνατία -[Φωτ Γ.Θανασιάς]

Σαν “Superiore” υπάρχει ακόμα το “Scuola Magistrale” για Νηπιαγωγούς που είναι 3/ετούς φοίτησης και το “Istituto Magistrale” 4/ετούς φοίτησης για δασκάλους. Απ’ αυτά όμως καθώς και απ’ όλα τα άλλα “Superiore” χορηγείται δίπλωμα, και αυτό δεν αρκεί για την εξάσκηση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού με την καθιέρωση του πανεπιστημιακού πτυχίου ως απαραίτητη προϋπόθεση.


Στερνατία 

Έτσι το Scuola Magistrale βαδίζει προς κατάργηση. Στα δύο αυτά Μagistrale τα δύο πρώτα χρόνια τα μαθήματα είναι τα ίδια και απ’το τρίτο έτος αρχίζει ο διαχωρισμός του κλάδου.
Γενικά ισχύει το εκπαιδευτικό σύστημα που ισχύει σ’ όλη την υπόλοιπη Ιταλία. Προσπαθούν τώρα να καθιερώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση μέχρι το 16ο έτος και τη σχολική αυτονομία (αναφορά Caretto R.)

ΤΕΛΟΣ





ΠΗΓΗ 1

ΒIBΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Angelo Semerano presso biblioteca comunale di Martano. “GATTEDRA, ALTARE, FORO”
Maria Bianca Gallone “Lecce e la sua provincia” MINORANZE LINGUISTICHE EUROPEE  “LA GRECIA SALENTINA’’ Copyright INFORMAGIOVANI –Castrignano dei Gtreci (LE) Italy
“LA ZAGALIA” 33/34 Marzo 1967 Casa editrice: «Scuola Typografica. Bramante» Urbania
Atti del Consilio Provinciale, anno 1866, presso biblioteca provinciale, o Arch. di stato. Pref. il Comm. F.F. Murgia
Οδοιπορικό κ. Πόπης Σκευοφύλακα, απ’την επίσκεψη των Ελληνίδων Προσκοπίνων στην ελληνόφωνη περιοχή της Κάτω Ιταλίας.
Προφορικές αναφορές πολλών προσώπων εκ των οποίων παραθέτω μερικά. Caretto Rosa-Marciano Maria
-Saracino Donato e Giuliana-Sicuro Salvatore-Vito Agostino 
- www.elemedu.upatras.gr   


ΠΗΓΗ 2 -ΠΑΡΕΝΘΕΣΗΣ

www. namarizathema.blogspot.gr

ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΚΡΕΚΑΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Ο σύγχρονος γλωσσολόγος ερευνητής Αναστάσιος Καραναστάσης, ο οποίος με εντολή της Ακαδημίας Αθηνών μελετά επί πολλά χρόνια την γκρεκάνικη διάλεκτο, στηρίζει και ισχυροποιεί τη Θεωρία του Γ. Χατζιδάκι περί αδιάλειπτης συνέχειας της γλώσσας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα με μια σειρά παρατηρήσεων:
1. Η ύπαρξη πολλών σπάνιων αρχαίων λέξεων, κυρίως δωρικών, ανύπαρκτων όμως στη βυζαντινή και στη νεοελληνική γλώσσα, π.χ. νασίδα = νησίδα, τράφο= τάφρος, αγιολούπο = αιγίλωψ (άγρια βρώμη) κ.ά.
2. Η διαφορετική προφορά των διπλών συμφώνων, η οποία προέρχεται από τους Δωριείς και δεν απαντάται στη βυζαντινή ούτε στη νεοελληνική, π.χ. ξίφος > σκίφος, ψαλίς > σπαλίς.
3. Η γλώσσα των ελληνοφώνων διατηρεί σπάνια αρχαία σημασιολογικά στοιχεία, διαφορετικά στη νεοελληνική, π.χ. το ρήμα σηκώνω δεν έχει τη σημασία του υψώνω (νεοελλ.) αλλά την αρχαία, δηλ. φυλάσσω σε κλειστό χώρο.
Η γλώσσα, βέβαια, εμπλουτίστηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους με λέξεις του λεξιλογίου της Εκκλησίας, π.χ. Πασκαλία = Πάσχα, Πιφανεία = Επιφάνεια.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η ύπαρξη ιδιόρρυθμων μοναδικών λέξεων, π.χ. αγαπησίν = αγάπη, όστρια = έχθρα κ.ά. Το στοιχείο αυτό προέκυψε από την ανάγκη του εμπλουτισμού της γλώσσας κατά τη μακροχρόνια απομόνωση των ελληνόφωνων πληθυσμών, κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Τα γκρεκάνικα, όμως, εκτός από τις αρχαιοελληνικές ρίζες τους και τον βυζαντινό εμπλουτισμό παρουσιάζουν μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή εξαιτίας και των λεξιλογικών δανείων τους από την ιταλική γλώσσα, τα οποία ενσωματώθηκαν αφού ακολούθησαν τους κανόνες της ελληνικής γραμματικής, π.χ. η ιταλική λέξη bicchiere (ποτήρι) έγινε το μπικέρι, του μπικεριού κλπ.
Έτσι, το ιδίωμα των ελληνοφώνων έχει προσλάβει έναν μελωδικό τόνο, και θυμίζει αμυδρά την κυπριακή ή την κρητική διάλεκτο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Δημ. Αλεξάνδρου: ΓΚΡΕΚΑΝΟΙ - ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΜΑΓΚΝΑ ΓΚΡΕΤΣΙΑ, εκδ. Ερωδιός, Α9ήνα 1997.
2. Επαμ. Βρανόπουλος: ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ, εκδ. Πελασγός, Α9ήνα 1999
3. Ανζέλ Μεργιανού: ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ, εκδ. Ακρίτας, Α&ήνα 1973.
4. Ιωσήφ Πρελωρέντζος: ΔΩΡΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ, εκδ. Δρυμός, Α9ήνα 1978.
5. Σαράντος Καργάκος: ΑΠΟΥΛΙΑ (ΣΑΛΕΝΤΟ), εκδ. ΟυΙβπύεία, Α9ήνα 1990.
6. Φιλ. Κοντέμι: Η ΓΚΡΕΚΑΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, εκδ. Ελλήνων Καλαβρίας, Κουμέλκα 1997.
7. Τ.Κ. Λουγγής: Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ, εκδ. Εστία, Α9ήνα 1989.
8. Ρόκκο Απρίλε: Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΣΑΛΕΝΤΟ, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Α9ήνα 1996.
9. Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ, εκδ. Μάτι, Θεσσαλονίκη 1997.
10. GRECIA SALENTINA - ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ, εκδ. Οίτυλο, Α9ήνα 2001.
11. ΓΚΑΛΛΙΤΣΑΝΟ, εκδ. Αντίκτυπος, Α9ήνα 2000.
12. ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ, εκδ. Αντίκτυπος, Α9ήνα 1998.
13. SalvatoreTommasi: KATALISTI O KOSMO - LINGUA, TRADIZIONE E FOLKLORE NELLA GRECIA SALENTINA, εκδ. Ghetonia, 1996.
14. F. Violi: STORIA DEGLI STUD IE DELLA LETTERATURA POPOLARE GRECANICA,  εκδ. Δήμος της Μπόβα, Ρήγιο Καλαβρίας 1992.
15. Giuseppe Morosi: STUDI SUI DIALETTI GRECE DELLA TERRA D΄ OTRANTO, Λέτσε 1870.
16. Rocco Aprille: GRECIA APRILLE: ORIGINI E STORIA, εκδ. Ghetonia, Καλημέρα 1994.
17. A. Jacob: IL BASSO SALENTO - RICHERCHE DI STORIA SOCIAL E RELIGIOSA, εκδ. Gongendo, Γκαλατίνα 1988.
18. Brizio Montanaro: CANTI DI PIANTO E AMORE DALL’ ANTICO SALENTO,  εκδ. Bompiani,  Μιλάνο 1994.


ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ